Friday, July 06, 2007

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ

Περπατούσα γρήγορα μιας και το βράδυ είχε πέσει και τα σκυλιά συνήθως τρέχουν ανεξέλεχτα μετά τη δύση του ήλιου. Δε ξέρω αν είναι ο αρχέγονος φόβος των γονιδίων της εξέλιξης μας ή οι κουβέντες της σοφής μητέρας μου αλλά πάντα με κυρίευε ο συγκεκριμένος φόβος. Πόσο μάλλον σε ένα δρόμο σκοτεινό και γεμάτο δέντρα από τη μια και την άλλη πλευρά. Ο αέρας και μόνο έφτανε να σου σηκώσει την τρίχα κάγκελο, πόσο μάλλον όλες οι άλλες σκέψεις.
Στο μυαλό μου θυμόμουνα εκείνο το καλοκαίρι που μόνος σε μια παραλία του Πλαταμώνα έκανα το ίδιο και δεν είχα φόβο αν και 16 χρόνων. Η τόλμη της νιότης το λένε οι μεγαλύτεροι. Τότε γιατί δεν είχα τρόμο, γιατί δεν είχα όλες αυτές τις μακάβριες ιδέες που έχω τώρα.Θυμάστε τί έλεγε στο matrix, "η άγνοια είναι ευτυχία". Αυτό είναι, τώρα δεν έχω άγνοια, μεγάλωσα και μαζί μου μεγάλωσαν και οι σκέψεις μου. Όχι ότι έχω να χάσω τώρα κάτι περισσότερο αν με αρπάξει κανάς κοφτερός κυνόδοντας, και τότε είχα πόδια και μάλιστα πιο αδύνατα. Το μόνο που άλλαξε είναι τα 18 χρόνια που πέρασαν πάνω από την πλάτη μου.
Συνέχισα πάντως ακάθεκτος αν και εδώ που τα λέμε άνοιξα το βήμα μου πιο πολύ. Έπρεπε να φτάσω στο παλιό σπίτι και να ανάψω το φως, να δω αν είχαν όλοι φύγει ή αν με περίμεναν ακόμα. Μετά πως θα έκανα άλλα 10 χιλιόμετρα μόνος. Στη σκέψη και μόνο άρχισα να τρέχω. Τώρα ήμουν σίγουρος ότι άκουγα και τα σκυλιά ξοπίσω μου. Με κάθε βήμα ένιωθα την ανάσα τους πάνω στο σβέρκο μου. Πολλές φορές γύριζα και έριχναν κλεφτές ματιές, αλλά πέρα από τις σκιές των δέντρων δεν έβλεπα τίποτα άλλο. Το ήξερα οτι και μόνο στην ιδέα άκουγα γαυγίσματα, τα πόδια μου όμως δεν υπάκουγαν και πήγαιναν ολοένα και πιο γρήγορα. Το στήθος πήγαινε να σπάσει, τώρα ήμουν σχεδόν σίγουρος οτι μύριζα και τη βρώμα τους.
Δεν άντεξα άλλο και άρχισα να τρέχω πραγματικά, μπορεί ίσως και να φώναζα σα τις τρελές γκόμενες στα δήθεν θρίλερ, αλλά δε με ένοιαζε, ήθελα να φτάσω στο σπίτι, να μπω στο φως.
Η αλήθεια είναι οτι δε θυμάμαι πότε άνοιξα την παλιά αυλόπορτα, ούτε πότε ξεκλείδωσα, θα πρέπει να είχα λιποθυμήσει από το φόβο.
Τον ήλιο τον κατάλαβα πάντως που με έκαιγε το πρόσωπο. Τί και αν δεν τους είχα προλάβει, τί και αν είχαν φύγει χωρίς εμένα εγώ ένιωθα καλά είχα να κάνω άλλα δέκα χιλιόμετρα και ευτυχώς ήταν μέρα, την μέρα τα σκυλιά δεν έρχονται ανεξέλεχτα.
Η μοναδική στεναχώρια μου ήταν πως σαν έφτανα στο χωράφι πως θα περνούσα απέναντι με ένα μπατζάκι.

No comments: